Μόλις λίγες ημέρες πριν,  ο Πρωθυπουργός δήλωσε με περισσό θράσος ότι «δεν θα ξεμπερδέψετε εύκολα με την Αριστερά».

Δεν ξέρω ποια ακριβώς Αριστερά έχει κατά νου ο Αλέξης Τσίπρας, καθώς στην δική μου μνήμη αλλά και στο συλλογικό υποσυνείδητο η Αριστερά είναι συνώνυμο της αριστείας, της αξιοπρέπειας, της αξιοκρατίας, του ήθους, του σεβασμού των θεσμών, της υπεράσπισης του Κοινοβουλευτισμού.

Την ίδια στιγμή, ως έσχατο μέσο της κοινοβουλευτικής του επιβίωσης, πριν από την τελική κατάρρευση, ο Πρωθυπουργός  μεταχειρίσθηκε το «όπλο» των μεταγραφών. Μόνο που λησμόνησε ότι η πολιτική δεν είναι ή οφείλει να μην είναι ποδόσφαιρο ή κερδοσκοπική επιχείρηση, που παίκτες αλλάζουν φανέλα εν μια νυκτί.

Μεταγραφές βουλευτών, αποστασίες, διάλυση κοινοβουλευτικών κομμάτων, αδιανόητες επιστολές βουλευτών που δεν εντάσσονταν στην κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ αλλά a priori δήλωναν ότι ψηφίζουν θετικά σε οποιαδήποτε νομοθετική πρωτοβουλία της Κυβέρνησης. Την ίδια στιγμή, γυρολόγοι της πολιτικής, αλλάζουν κόμματα σαν τα πουκάμισα, προκειμένου να βρουν θέση σε κάποιο ψηφοδέλτιο, δικαιολογώντας χυδαία ό,τι μέχρι την προηγούμενη ημέρα μέμφονταν, διαστρεβλώνοντας την σκληρή πραγματικότητα των γραπτών που ‘μένουνε και περιμένουνε’.

Η κρίση που συνεχίζει να βιώνει η ελληνική κοινωνία αποδεικνύεται ότι δεν είναι πρωτίστως οικονομική, αλλά αντιθέτως βαθύτατα θεσμική, αξιακή, γιατί όχι και αισθητική.

Συμπεριφορές που περιγράφηκαν ανωτέρω, τραυματίζουν έτι περαιτέρω τους ήδη πληγωμένους θεσμούς, απαξιώνουν συλλήβδην το πολιτικό σύστημα, «ποδοσφαιροποιούν» την πολιτική, επισημοποιούν τη συναλλαγή και επιβραβεύουν ανήθικες και ανοίκειες συμπεριφορές, που δεν έχουν σχέση ούτε με την Αριστερά, ούτε με την πρόοδο αλλά ούτε και με τη δημοκρατία εντέλει.

Εξοργιστικότερο όμως όλων είναι ότι οι τακτικές αυτές επιβραβεύονται κατ’ εξακολούθηση, με συνέπεια να επαναλαμβάνονται, να διαιωνίζονται και να διαδραματίζουν ‘μορφωτικό’ ρόλο, θεσμοποιώντας τη συναλλαγή, και μάλιστα στο όνομα της «προόδου» και της «σταθερότητας».

Η σχέση της συναλλαγής αυτής de jure εμφανίζεται ως μία αμφοτεροβαρής σύμβαση μεταξύ της εκάστοτε ηγεσίας και του πρόθυμου βουλευτή ή πολιτευτή, de facto όμως αποτελεί μία τριπρόσωπη σύμβαση, στην οποία ως συμβαλλόμενο τρίτο μέρος υπεισέρχεται ο κάθε ένας πολίτης, που εντέλει επιβραβεύει ή όχι με την στάση του την ελαστικότητα των συνειδήσεων και τον ευτελισμό της πολιτικής, με την μετατροπή της σε ένα φθηνό ανταλλακτήριο.

Ας αναλογιστούμε όμως ότι άνθρωποι που μετέρχονται τέτοιων μεθόδων, καλούνται αμέσως μετά να διαχειρισθούν κρίσιμους τομείς που άπτονται της προστασίας των θεσμών, της ανεξαρτησίας και της προάσπισης της δικαιοσύνης, τους ανατίθεται η ευθύνη διαχείρισης της εκπαιδευτικής λειτουργίας μα και της μείωσης των κοινωνικών ανισοτήτων.

Τραγική ειρωνεία….

Εντέλει η κυνικότητα και η ιδιοτέλεια θα κατισχύσουν της ουσίας της πολιτικής ;

Θα αποτελέσουν τον κανόνα ή την θλιβερή εξαίρεση ;

Θα σταθούν εμπόδιο στην κινητοποίηση υγειών δυνάμεων, τροχοπέδη στην ενασχόληση νέων και δυναμικών κοινών με την πολιτική ;

Η πολιτική θα επιστρέψει στο προσκήνιο. Θα εμπνεύσει και πάλι τον κόσμο και θα εμπνευστεί από τους πολίτες. Σε μία συνεχή αλληλεπίδραση λογικής και ευθύνης, ανιδιοτελούς προσφοράς προς την κοινωνία και την χώρα, ως μια αναπόδραστη αναγκαιότητα υπεράσπισης της δημοκρατίας και σεβασμού των κοινοβουλευτικών θεσμών.

Στέλιος Μανουσάκης

τ .Πρόεδρος Δ.Σ.Π

Υποψήφιος Βουλευτής

Α’Πειραιά & Νήσων

Με το Κίνημα Αλλαγής