Με αφορμή την αίτηση ακυρώσεως που κατέθεσε ο Υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής και το «ρεζιλίκι» που υφίσταται η χώρα μας, όταν ο ξένος τύπος ανακοίνωσε, ότι «ο Τσίπρας μπλόκαρε τη χορήγηση ασύλου σε Τούρκο πιλότο» και επειδή το ρεζιλίκι θα ήταν ακόμη μεγαλύτερο αν γνώριζαν όλες τις λεπτομέρειες που αφορούν τη νομική διαδικασία που ακολουθήθηκε και συνεχίζουν να ακολουθούν.

Η απόφαση των Δικαστών του Αρείου Πάγου, που είναι μια ιστορική απόφαση, τιμά την Ελληνική Δικαιοσύνη, η οποία τελευταία είναι στο στόχαστρο της Εκτελεστικής Εξουσίας, απαγορεύει την έκδοση των οκτώ Τούρκων με το σκεπτικό, ότι στην Τουρκία δεν υπάρχει σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κινδυνεύει η ζωή τους και δεν θα έχουν μια δίκαιη δίκη. Με βάση λοιπόν, την απόφαση αυτή του Αρείου Πάγου δεν θα εκδοθούν στην Τουρκία, αλλά παραμένουν κρατούμενοι, διότι θεωρείται, ότι εισήλθαν παράνομα στη χώρα και θα πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία διοικητικής απέλασης, εφόσον δεν ζητηθεί από την πλευρά τους αίτημα χορήγησης ασύλου.
Ως γνωστόν, το αίτημα για χορήγηση ασύλου  αποτελεί μονόδρομο για τον αιτούντα, προκειμένου να του αναγνωρισθεί η ιδιότητα του πρόσφυγα, γεγονός που του επιτρέπει την άρση της διοικητικής κράτησης και τη δυνατότητα να κυκλοφορεί ελεύθερος σε οποιαδήποτε χώρα της Ευρώπης. Σε περίπτωση δε, απόρριψης του αιτήματος χορήγησης ασύλου επαναπροωθείται στη χώρα προέλευσης. Συγκεκριμένα, όταν υποβάλλεται  αίτημα  χορήγησης  ασύλου, δηλαδή   αναγνώριση του αιτούντος  ως πρόσφυγα  αποφασίζει  σε πρώτο βαθμό η υπηρεσία ασύλου, δηλαδή  υπάλληλοι  του Υπουργείου  Μεταναστευτικής πολιτικής.

Κατά της  Απόφασης αυτής   της υπηρεσίας ασύλου, υπάρχει η δυνατότητα άσκησης προσφυγής  που κρίνεται  από τριμελείς  ανεξάρτητες  δευτεροβάθμιες  επιτροπές, οι οποίες  συγκροτούνται   από δύο   Δικαστές και  ένα μέλος  που ορίζεται από την  Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ. Οι επιτροπές αυτές  συγκροτούμενες  κατά πλειοψηφίαν από Δικαστές νομοθετήθηκαν με πρωτοβουλία του Υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής, ήτοι   του κ. Γιάννη Μουζάλα   με  το Ν. 4375/2016.

Και  επειδή δημιουργήθηκε  αρκετός θόρυβος για το χαρακτήρα των επιτροπών αυτών,    κατά τη νομολογία  του ΣτΕ, αποτελούν οιονεί  δικαιοδοτικά  όργανα. Το ευρωπαϊκό Δικαστήριο χαρακτηρίζει τις αντίστοιχες   στη Γαλλία  επιτροπές,  ως δικαστήρια.Κατά των αποφάσεων  των επιτροπών αυτών, λοιπόν, μπορεί να ασκηθεί  αίτηση ακύρωσης  στο Διοικητικό Εφετείο και κατά της απόφασης του τελευταίου, έφεση  στο ΣτΕ. Αίτηση ακύρωσης ή και έφεση  στο ΣτΕ  έχει δικαίωμα  να ασκήσει  και ο Υπουργός  Μεταναστευτικής Πολιτικής.

Είναι όμως,  η πρώτη φορά  από τη σύσταση των παραπάνω επιτροπών που ασκείται αίτηση ακύρωσης  από τον  Υπουργό  κατά  απόφασης που χορηγεί  άσυλο. Να σημειωθεί, ότι  οι προϊσχύσασες επιτροπές στις οποίες δεν συμμετείχαν Δικαστές, χορηγούσαν σε πολλές περιπτώσεις   άσυλο, χωρίς να συντρέχουν οι κατά νόμον προϋποθέσεις, αλλά ουδέποτε ασκήθηκε  αίτηση ακύρωσης. Η ευτέλεια της στάσης της κυβέρνησης  απέναντι στην απόφαση αυτή καταδεικνύεται  και  από την εντυπωσιακή σπουδή με την οποία έσπευσαν να εξευμενίσουν την Άγκυρα και να της επιβεβαιώσουν, χωρίς  μάλιστα να έχουν  την κατά το Σύνταγμα και τους νόμους της χώρας μας  αρμοδιότητα,  ότι «οι πραξικοπηματίες δεν είναι ευπρόσδεκτοι  στη χώρα μας». Το αν είναι πράγματι πραξικοπηματίες ή όχι και αν είναι ή δεν είναι για το λόγο αυτό ευπρόσδεκτοι, το ορίζουν οι διεθνείς συνθήκες  που έχει επικυρώσει η χώρα μας  και το κρίνει η ελληνική δικαιοσύνη και όχι   η εκτελεστική εξουσία.

πηγή