Η γεωγραφική θέση της χώρας βρίσκεται σε σημείο μέγιστης γεωστρατηγικής σημασίας, ως κράτος της ΝΑ μεσογείου που ενώνει γεωπολιτικά τρεις επιμέρους περιοχές, την Ευρώπη, την Αφρική και την Μέση Ανατολή, πρόσφατα δε ανεδείχθη η ιδιότητα της να συγκεντρώνει από τα μεγαλύτερα πετρελαϊκά αποθέματα του πλανήτη, η οποία διαχρονικά έχει υποβαθμιστεί.
Η Ελλάδα πρέπει να συντονίσει τις προσπάθειες της, ώστε να χαραχθεί εθνική πολιτική, επιλύοντας ουσιαστικά και όχι με βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, όλα τα ζητήματα, που την υποχρεώνουν να χάνει τον προσανατολισμό της και να επικεντρώσει την στρατηγική της σε εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της και της κομβικής γεωγραφικής της θέσεως με πολιτικές συνεργασίας, ειρηνικής συνύπαρξης και διεκδίκησης  του ρόλου της ηγέτιδος χώρας στη βαλκανική χερσόνησο, ρόλος που στις επικρατούσες συνθήκες δεν σχετίζεται αποκλειστικά με πληθυσμιακά κριτήρια και στρατιωτική ισχύ, αλλά με τη συμμετοχή στα κέντρα λήψεως αποφάσεων και τις στρατηγικές και οικονομικές εθνικές συμμαχίες. Για την προσπάθεια αυτή πρέπει ο Ελληνικός λαός να είναι ενωμένος, κάτι που  απαιτεί ωριμότητα των πολιτικών κομμάτων που τον εκπροσωπούν. Οι εθνικές επιδιώξεις δεν αποτελούν στιγμιαίες εμπνεύσεις, πρόσκαιρες λύσεις και δεν μπορεί  να εντάσσονται σε κοντόφθαλμες και ωφελιμιστικές κομματικές πολιτικές και επιδιώξεις, να θυσιάζονται στο βωμό του ανταγωνισμού των λαϊκιστικών ρητορειών, να κινούνται εκτός των παραδοχών του δημοκρατικού πολιτεύματος, ούτε να προβάλλονται ως τρόπαιο ευκαιριακών εθνοσωτήρων.

​Οι στρατηγικοί στόχοι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Ε.Ε.) για Ενιαίο Χώρο, σύμφωνα με τις διακηρύξεις των Συνθηκών και Συνόδων Κορυφής, συνεχώς διολισθαίνουν σε άνισες και δυσμενείς πολιτικές για τις απομονωμένες και μειονεκτικές περιοχές, όπως για την Ελλάδα, είναι κυρίως οι νησιωτικές πολιτικές. Ο ενιαίος πολιτικός και οικονομικός χώρος αποδυναμώνεται, αποστερώντας από τις νησιωτικές περιοχές τις ευκαιρίες για ισόρροπη ανάπτυξη και κοινωνική συμμετοχή με ίδιους όρους των πολιτών τους.
Οι νησιωτικές πολιτικές κατακτήθηκαν μέσα από σκληρές προσπάθειες τις δεκαετίες του ’80 και του  ’90, αρχής γενομένης από τα πορίσματα της Συνόδου Κορυφής της Ρόδου το 1988 και τις πολιτικές διακηρύξεις του Ανδρέα Παπανδρέου, οι οποίες διαμορφώθηκαν από όλες και κυρίως τις πολυνησιακές χώρες, όπως η Ελλάδα, η Σουηδία κ.α. Με βάση το άρθρο 174 της Συνθήκης της Λισσαβόνας, την Ερμηνευτική Δήλωση 30 του άρθρου 158 της Συνθήκης του ‘Άμστερνταμ, αλλά και το άρθρο 106 παρ. 1 του Συντάγματός μας, διαμορφώθηκαν Αρχές για τις λεγόμενες νησιωτικές περιοχές και συγκεκριμένες πολιτικές για μια κοινωνία ισοδύναμων ευκαιριών.
Δυστυχώς οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές των χωρών υψηλών εισοδημάτων σε συνδυασμό με την αδιαφορία των τελευταίων ελληνικών κυβερνήσεων οδήγησαν σε συνεχείς υποχωρήσεις από τους βασικούς στόχους των πολιτικών νησιωτικότητας. Κορυφή δε του παγόβουνου υπήρξε η δουλικότητα για την επιβολή ΦΠΑ στις νησιωτικές περιοχές ίσου με εκείνου των αστικών – ηπειρωτικών περιοχών. Και μόνο το γεγονός, ότι για πέντε νησιά του Ανατολικού Αιγαίου με τη δικαιολογία του μεταναστευτικού ρεύματος δεχθήκαμε προσωρινή αναστολή του μέτρου, δείχνει ότι εγκαταλείψαμε τα θέματα αρχών των νησιωτικών πολιτικών και προσδεθήκαμε στις ευκαιριακές πολιτικές και τακτικιστικούς ελιγμούς.
Οι πολίτες που ζουν στα νησιά και τις θαλάσσιες περιοχές δεν πρόκειται να αποδεχθούν κανένα μέτρο περαιτέρω απομόνωσης του οικονομικού και κοινωνικού τους χώρου.
Για όλα τα θέματα, που εμπεριέχουν οι πολιτικές αυτές: την εργασία, τις μεταφορές, την υγεία, την ενέργεια, το περιβάλλον, τις θάλασσες, την ασφάλεια, τις επικοινωνίες και μέσω οικονομικών και φορολογικών πολιτικών για το δικαίωμα στην αειφόρο και ισόρροπη διαχείριση της νησιωτικής οικονομίας.
Αποτέλεσμα τις πολιτικής αυτής είναι ότι η κυβέρνηση αδυνατεί να εξασφαλίσει στου πολίτες των νησιών μας τακτική φθηνή και ασφαλή ναυσιπλοΐα όπως είναι αναγκαίο και απαιτείται σε μια πολυνησιακή χωρά. Η κυβερνητική πολιτική όλα αυτά τα χρόνια δεν μπόρεσε να μάθει από τον τρόπο που π.χ. η Ισπανία ανέπτυξε τα δικά της νησιά τα οποία επωφεληθήκαν των ευρωπαϊκών πόρων και δημιούργησαν μεγάλες υποδομές αλλά και σταθερές αεροπορικές και ατμοπλοϊκές συνδέσεις με τις μεγάλες πόλεις της ενδοχώρας τους.
Είναι αυτονόητο να επισημάνω ότι στις συνθήκες διαρκούς οικονομικής κρίσης που βρίσκεται η χώρα, τα προβλήματα αυτά έχουν οξυνθεί περαιτέρω αφού οι ανάγκες μετακίνησης επιβάλουν στον ήδη βεβαρημένο οικογενειακό προϋπολογισμό αυξημένες δαπάνες. Στις περιπτώσεις δε που αυτές οι ανάγκες μετακίνησης συνδυάζονται με την απονομή δικαιοσύνης, τα έξοδα εκτοξεύονται από την αδυναμία απευθείας σύνδεσης των νησιών μεταξύ τους όπως π.χ.  την ανάγκη παραμονής και διανυκτέρευσης σε άλλο νησί.
Είναι αναγκαίο όμως να βρεθούν λύσεις και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την συνεργασία των νησιωτικών αρχών, της περιφέρειας, αλλά και των επιχειρηματιών που δραστηριοποιούνται στις θαλάσσιες μεταφορές και  όλοι μαζί να επεξεργαστούν τις βέλτιστες λύσεις από αυτές που διαχρονικά παρουσιάζουν τα Πανεπιστήμια. Ο συνδυασμός αυτών με τις δυνατότητες που δίνουν οι νέες τεχνολογίες μπορούν να δώσουν λύσεις στα προβλήματα που υπάρχουν.

Ανέκαθεν η δημοκρατική παράταξη εργαζόταν για μια ισχυρή Ελλάδα της γνώσης και της έρευνας. Η χώρα μας προκειμένου να είναι βιώσιμη και ανταγωνιστική στον τομέα της οικονομίας, αλλά και σύγχρονη και παραγωγική σε όλους τους τομείς της πρέπει να επενδύει στη γνώση.
Όμως, αναμφίβολα, το μεγαλύτερο σύγχρονο πρόβλημα της ελληνικής εκπαίδευσης είναι η υποχρηματοδότηση, καθώς το κράτος ξοδεύει για την Παιδεία σε σχέση με το ΑΕΠ σχεδόν τα μισά από τον μέσο όρο του χωρών του ΟΟΣΑ. Αυτό με τη σειρά του έχει ως αποτέλεσμα να υπάρχουν ελλείψεις σε κατάλληλες υποδομές και στελέχωση μονάδων, αδυναμία πραγματοποίησης ερευνητικών προγραμμάτων και γενικότερα, την παραδοξότητα οι εκπαίδευση όλων των βαθμίδων να υπολείπεται σημαντικά σε σχέση τόσον με τις αξιώσεις των εκπαιδευομένων, όσο και με τα μέσα που εκείνοι διαθέτουν. Τα αποτελέσματα αυτά είναι περισσότερο ορατά στην τριτοβάθμια εκπαί-δευση, όπου οι απαιτήσεις για εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο είναι αυξημένες.
Ασφαλώς, η καθιερωμένη ελληνική αντίληψη για το μη ωφελιμιστικό χαρακτήρα της παιδείας είναι απόλυτα αποδεκτή, ως κομμάτι της πολιτιστικής μας παράδοσης και συνείδησης. Ωστόσο, οφείλουμε ν’ αποδεχτούμε ότι το σύγχρονο γνωστικό αντικείμενο που παρέχεται κυρίως κατά το στάδιο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι στενά συνδεδεμένο με πρακτικά ζητήματα διαχείρισης, διαμόρφωσης, προφύλαξης και ανάπτυξης τομέων της τοπικής κοινωνίας, καθώς και της διασύνδεσης αυτής με την παγκόσμια κοινωνία. Επομένως για να ανταποκριθεί η τριτοβάθμια εκπαίδευση στο σύγχρονο ρόλο της χρειάζεται υποστήριξη που μάλλον δεν μπορεί να της παρέχεται αποκλειστικά από το κράτος. Είναι λοιπόν προφανές, ότι, χωρίς να υποτάξουμε την παιδεία στην οικονομία, είναι μάλλον αναγκαίο να τη συνδέσουμε με αυτήν. Πεποίθηση μου είναι, ότι οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που επέτασσαν την συνταγματική απαγόρευση της ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων έχουν πλέον διαφοροποιηθεί και η Ελληνική κοινωνία κατά ένα μέρος της προβάλλει και κατά το υπόλοιπο αποδέχεται το αίτημα άρσεως της σχετικής απαγόρευσης. Ασφαλώς, στο εγχείρημα αυτό απαραίτητο είναι να υπάρξει αυστηρή κρατική πιστοποίηση, εποπτεία και διαρκής αξιολόγηση. Θα μπορούσε δε, η λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων να συνεπάγεται εξοικονόμηση πόρων για την ενίσχυση των αμιγώς  δημόσιων πανεπιστημίων, τα οποία όπου υποστηρίχθηκαν στην Ευρώπη, δεν απώλεσαν την αξιοπιστία και το χαρακτήρα τους. Τέλος, η χώρα μας θα μπορούσε να επιδιώξει να καταστεί κέντρο φιλοξενίας μονάδων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη νοτιοανατολική Ευρώπη.

Η ακολουθούμενη πολιτική υπερφορολόγησης των μεσαίων εισοδημάτων δημιούργησε συνθήκες οικονομικής δυσπραγίας, ανακύκλωσε το πρόβλημα της φτώχιας και περιέστειλε κάθε αναπτυξιακή προοπτική της ελληνικής οικονομίας, τουλάχιστον κατά το μέρος της που θα μπορούσε να στηρίζεται στη δραστηριότητα των ημεδαπών εμπόρων, επαγγελματιών και επιχειρηματιών, οι οποίοι ανέκαθεν συνέβαλλαν τα μέγιστα στη συγκρότηση της ελληνικής οικονομίας, αποτελώντας τον πιο αξιόπιστο συμμέτοχο της.
Το κυβερνητικό αφήγημα περί επιτυχημένης και καθαρής εξόδου από τις μνημονιακές δεσμεύσεις δεν πείθει κανένα εχέφρονα πολίτη. Το συμφωνηθέν πλαίσιο της μεταπρογραμματικής εποπτείας της ελληνικής οικονομίας προδιαγράφει σε μεγάλο βαθμό τις εθνικές  δεσμεύσεις και τους περιορισμούς της οικονομικής πολιτικής για την επόμενη περίοδο. Η συμφωνηθείσα υποχρέωση επίτευξης υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, συμπιέζει τον απαιτούμενο δημοσιονομικό χώρο και υποσκάπτει όποια προσπάθεια αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας. Η μόνη πραγματική διέξοδος για την ελληνική οικονομία είναι η ανάπτυξη της. Η ανάπτυξη αποτελεί μονόδρομο για την επούλωση των πληγών που επέφερε η οικονομική κρίση στην ελληνική κοινωνία, αλλά και για την ενίσχυση της πορείας σύγκλισης της ελληνικής οικονομίας με τις ευημερούσες ευρωπαϊκές.
Είναι προφανές λοιπόν, ότι απαιτείται ριζική αλλαγή πολιτικής, ανάδειξη της δυναμικής της εγχώριας επιχειρηματικότητας και καινοτομίας, δημιουργία κλίματος αξιοπιστίας, σταθερότητας και ευκαιριών για την προέλκυση επενδύσεων, πάταξη της γραφειοκρατίας, εκπόνηση αναπτυξιακού σχεδίου, με στήριξη της επιχειρηματικότητας και μάλιστα της μικρομεσαίας. Παράλληλα, απαιτείται η αντιμετώπιση του προβλήματος των ανεξέλεγκτων  μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών, ανασύσταση και εκσυγχρονισμός του κοινωνικού κράτους, διεύρυνση της αποκεντρωμένης διοίκησης, αντιμετώπιση του δημογραφικού, ανάσχεση της υπογεννητικότητας, εθνική πολιτική για την επιστροφή όσων εξαναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν κατά την περίοδο της κρίσης.

Διετέλεσα επί σειρά ετών μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς και Πρόεδρος κατά τις περιόδους 2008-2011 και 2011-2014.
Επί τόσα έτη αγωνίστηκα με συνέπεια προκειμένου αναβαθμιστεί ο Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς και εκσυγχρονιστούν οι δομές του. Συνέβαλα ενεργά στην προώθησηλύσεων για τη λειτουργία και την απονομή της Δικαιοσύνης, τη διαδικασία επίλυσης των διαφορών και τη συνεργασία των φορέων της πόλης, προς το σκοπό της διευθέτησης ζητημάτων γενικότερου ενδιαφέροντος.   Συνεργάστηκα με το Υπουργείο Δικαιοσύνης για την άμεση ένταξη των νέων τεχνολογιών στο χώρο της Δικαιοσύνης, την ομογενοποιημένη ψηφιοποίηση των γραμματειακών υπηρεσιών των Δικαστηρίων και την ασφαλή διαδικτυακή επικοινωνία μεταξύ των πολιτών, των Δικηγόρων και των υπηρεσιών της Δικαιοσύνης.
Παράλληλα,  σε συνεργασία με το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιά (ΕΒΕΠ), το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Πειραιά (ΒΕΠ) και το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Πειραιά (ΕΕΠ), το έτος 2013 ιδρύσαμε το «ΚΕΝΤΡΟ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ», τον πρώτο πανελλαδικά φορέα κατάρτισης διαμεσολαβητών, προκειμένου να εισαχθεί στο ελληνικό δικαιοπολιτικό περιβάλλον ο καινοτόμος θεσμός της διαμεσολάβησης, μέσω του οποίου επιδιώκεται η επίλυση των διαφορών των πολιτών, συναινετικά, χωρίς το χρόνο και το κόστος που απαιτεί η προσφυγή στη δικαστική διευθέτηση τους. Τέλος από την παραπάνω θέση μου, θέλοντας να καταστήσω το Δικηγορικό Σύλλογο Πειραιώς, ζωντανό οργανισμό στην ευρύτερη  λειτουργία της πόλης του Πειραιά, επένδυσα στον πολιτισμό με τη διοργάνωση εκδηλώσεων μουσικών και θεατρικών παραστάσεων, εκθέσεων ζωγραφικής και παρουσιάσεις βιβλίων.

Ο χώρος της υγείας αντιμετωπίζει και στον Πειραιά παρεμφερή προβλήματα με τα υπόλοιπα αστικά κέντρα. Οι κτηριακές υποδομές, η στελέχωση των υπηρεσιών και η πληρότητα και αρτιότητα των υποστηρικτικών μέσων και υλικών χαρακτηρίζονται από ανεπάρκεια τόσον σε σχέση με τον αριθμό των περιστατικών, που καλούνται να αντιμετωπίσουν, όσον και για την απαιτούμενη ποιότητα νοσηλείας και εν γένει παροχής υπηρεσιών υγείας.
Η περαιτέρω ιδιαιτερότητα του Πειραιά είναι, ότι στην οικεία περιφέρεια υπάγονται και τα Νησιά του Αργοσαρωνικού, που αντιμετωπίζουν σημαντικό πρόβλημα επάνδρωσης με  ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό. Η πληρότητα δε των υποδομών των συγκεκριμένων κέντρων διαδραματίζει μέγιστο ρόλο στον τομέα της αποκέντρωσης και της βιωσιμότητα, της πληθυσμιακής αύξησης και οικονομικής ανάπτυξης των τοπικών κοινωνιών, που δεν είναι δυνατόν να καθίστανται επαίτες της κρατικής φροντίδας και μέριμνας.
Λύση στα παραπάνω προβλήματα είναι η αύξηση των κρατικών δαπανών για την υγεία, η ορθολογική κατανομή τους, ασφαλώς δε και ο έλεγχος τους, η διαφάνεια στη διαδικασία προσλήψεων προσωπικού και την επιλογή προμηθευτών υλικών.
Τον Οκτώβριο του 2011, ως Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά, συνέβαλα ουσιαστικά προκειμένου να υλοποιηθεί από το Υπουργείο Υγείας το χρόνιο αίτημα όλων των πολιτών του Πειραιά και των φορέων της πόλης, να απομακρυνθεί από  το κέντρο του Πειραιά ο ΟΚΑΝΑ και να  λειτουργήσει η σχετική μονάδα εντός του χώρου του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Νίκαιας, καθώς στεγαζόταν και λειτουργούσε σε απολύτως ακατάλληλες εγκαταστάσεις, δεν διασφάλιζε το σκοπό της λειτουργίας του και είχε δημιουργηθεί εστία παραβατικότητας στην ευρύτερη περιοχή, μη ανταποκρινόμενη στις απαιτήσεις ασφάλειας των πολιτών και στην ανάγκη βοήθειας και φροντίδας των εξαρτημένων ατόμων.
Η μεταφορά αυτή συντέλεσε τα μέγιστα, προκειμένου η ευρύτερη περιοχή ν’ αποκτήσει προοπτικές ανάπτυξης και να γίνει ελκυστική για άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας. Επίσης αποκατα-στάθηκε η συνήθης ασφάλεια της περιοχής και έγινε και πάλι προσβάσιμη στους εργαζομένους, αλλά και σε οικογένειες που επισκέπτονται κάποιους από τους ελάχιστους χώρους πρασίνου του κέντρου του Πειραιά. Τέλος, λύση δόθηκε στις ανάγκες των εξαρτημένων ατόμων, τα οποία έχουν την ασφάλεια να επισκέπτονται χώρο φυλασσόμενο, απαλλαγμένο από την παρουσία των διακινητών ναρκωτικών ουσιών και εγγύ σε πλήρη μονάδα παροχής ιατρικών υπηρεσιών και υποστήριξης.

​Η πόλη του Πειραιά παρουσιάζει απόλυτη ένδεια αθλητικών χώρων και εγκαταστάσεων τόσον για χρήση τους από αθλητές και σωματεία, όσον και τις αθλητικές δραστηριότητες των κατοίκων της πόλης.
Η ανακατασκευή του σταδίου Γεώργιος Καραϊσκάκης έγινε με ιδιωτική πρωτοβουλία και η χρήση του παραχωρήθηκε στον Ολυμπιακό, οι δε προϋπάρχουσες υποδομές αθλημάτων στίβου καταργήθηκαν και δεν αντικαταστάθηκαν.
Η μόνη πρόσβαση των Πειραιωτών σε αθλητικές εγκαταστάσεις κοινής χρήσης είναι το αθλητικό κέντρο του Αγίου Κοσμά ή τα διάσπαρτα κακοσυντηρημένα, ανεπαρκή  και σχεδόν ακατάλληλα γήπεδα των περιφερειακών περιοχών και γειτονικών Δήμων, ενώ είναι γνωστό, ότι δεν υπάρχουν ελεύθεροι χώροι ή χώροι πρασίνου, κατάλληλοι για αθλητικές δραστηριότητες, καθώς ο μοναδικός αξιόλογος χώρος περιμετρικά του Σταδίου Ειρήνης και Φιλίας είναι εγκαταλελειμμένος και ανεπαρκής.
Στο παραλιακό μέτωπο, σε συνέχεια του περιβάλλοντος χώρου του Σταδίου Ειρήνης και Φιλίας θα μπορούσε να κατασκευαστεί ένα σύγχρονο προπονητήριο στίβου, καθώς και αθλητικές εγκαταστάσεις και υποδομές για χρήση τόσο από σωματεία όσο και από το κοινό, με συνεργασία όλων των συναρμοδίων φορέων, στα πλαίσια της αξιοποίησης της περιοχής, έως το Φάληρο. Μάλιστα η συγκεκριμένη περιοχή μπορεί να αξιοποιηθεί και ως το παραθαλάσσιο μέτωπο της για αθλητικές εγκαταστάσεις, προκειμένου να διευρυνθούν οι ναυταθλητικές δραστηριότητες της περιοχής.